Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Το πρόσωπό μας

Το πρόσωπό μας προσωπείο. Ένα για κάθε περίσταση που ζούμε.

Το πρόσωπό μας μάσκα. Μία για κάθε σκέψη που θέλουμε να κρύψουμε

Το πρόσωπό μας καθρέπτης. Ένας για κάθε σύνολο που θέλουμε να μας αποδεχθεί.

Το πρόσωπό μας πόρτα. Μία για κάθε μη γνώριμο που θέλουμε να κρατήσουμε άγνωστο.

Το πρόσωπό μας παράθυρο. Ένα για κάθε τι που επιθυμούμε να μας κυριεύσει.

Το πρόσωπό μας ταυτότητα. Μία για κάθε κατώφλι που περνάμε.

Το πρόσωπό μας πίνακας. Ένας για κάθε συναίσθημα που βιώνουμε.

Το πρόσωπό μας φωτογραφία. Μία για κάθε στιγμή που αναπολούμε.

Και το σύνολο όλων αυτών των προσώπων, ο εαυτός μας.

Όταν ούτε η αγάπη αρκεί

Θυμάμαι εκείνο το αργό πρωινό, παιδούλα εγώ τότε. Την είχαμε συναντήσει στον δρόμο με την μητέρα μου. Δεν φαινόταν διαφορετική από όλες τις άλλες μέρες. Ήταν γνωστή για την 'τρέλα' της αλλά στα μάτια μου πάντα έμοιαζε φυσιολογική, αν και κάπως μονίμως αποστασιοποιήμενη, συνειδητά ένα βήμα παραπέρα από τους υπόλοιπους. Ένας ενήλικας με παιδική καρδιά βαριά. Το ίδιο ακριβώς και εκείνο πρωινό, με μία μόνο ανεπαίσθητη άχνα ενός πιο συγκροτημένου είναι. Με το αθώο της χαμόγελο και το βαθύ της βλέμμα, μας καλημέρισε, κατηφορίζωντας για τον ηλεκτρικό σταθμό.

Το μεσημέρι μάθαμε πως είχε πηδήξει από την γέφυρα την ώρα που το τρένο έφτανε στο σταθμό.

Επέζησε. Επέζησε και το σπασμένο κορμί της και τον σπασμένο κόσμο των δικών της.

Πέρασαν τα χρόνια, η γέφυρα έγινε στο συλλογικό της γειτονιάς μία μαύρη κουκίδα, στη μνήμη των δικών της μία μαύρη στιγμή του παρελθόντος, στην ψυχή της μια μαύρη μαχαιριά που επουλώθηκε. Ήρθε η αγάπη που δεν λογαριάζει μαύρα σύννεφα και σημάδια. Παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που η χριστιανική ιστορία θυμάται ως άπιστο, έναν άνθρωπο που πίστεψε στη δύναμη της καρδιάς της. Για καιρό φάνηκε να ήρεμεί, να βρίσκει την άκρη του νήματος στους λαβύρινθους της ψυχής της. Οι ρεαλίστριες γλώσσες έλεγαν πως τα φάρμακα επιτέλους άρχισαν να επιδρούν, οι ονειροπόλες πως η αγάπη γιάνει και τις χειρότερες αρρώστιες. Μέσα από την συντροφικότητα, εμφανιστήκε στην επιφάνεια η όμορφη γυναίκα που τόσο καιρό κρυβόταν πίσω από τις βαριές κουρτίνες ενός μαχαιρωμένου εσωτερικού. Που και που υπήρχαν στιγμές που τα φαντάσματα της επανέρχονταν, αλλά έφευγαν γρήγορα. Όλα κυλούσαν όσο πιο φυσιολογικά γινόταν.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Δεν ξέρω αν το σωμά συνήθισε τα φάρμακα και δεν αντιδρούσε σε αυτά πιά ή αν η ψυχή συνήθισε στην αγάπη και χρειαζόταν μεγαλύτερες δόσεις για να κρατηθεί στην φωτεινή επιφάνεια αλλά τα πράγματα άρχισαν να καταρρέουν. Άρχισαν οι φωνές, άρχισαν οι τσακωμοί, η ομορφιά της χάθηκε σε ένα σώμα διογκωμένο από φάρμακα. Χάθηκε και η πίστη και η αγάπη έδωσε την θέση της στην κούραση και έφυγε. Η γειτονία θυμήθηκε και πάλι την μαύρη κουκίδα, οι δικοί της συνθλιφτηκαν από τόσα χρόνια εύθραστης ηρεμίας και η ίδια , η ίδια μόνο ξέρει.

Σήμερα, το τοπικό δελτίο ειδήσεων της γειτονιάς, την είχε και πάλι πρωτοσέλιδο.

Μία κοτρώνα, η αστυνομία, τα περιπολικά, το ασθενοφόρο, ένα ανοιγμένο κεφάλι μιάς μάνας και εκείνη κλεισμένη στον θάλαμο μίας ψυχιατρικής κλινικής για το υπόλοιπο της 'ζωής' της, άκουγα την μήτερα μου να λέει στο μεσημεριανό τραπέζι.

Δεν αντέδρασα. Άκουγα την εξιστόρηση του δράματος, αλλά το μυαλό μου δεν το αφομίωνε. Ούτε φτάνοντας και περίμενοντας το τρένο στον ίδιο ακριβώς σταθμό που είχε επιχειρήσει να βάλει ένα τέρμα στα τέρατα που την στοίχειωναν τόσα χρόνια πριν, ούτε εκεί συνέδεσα όλα τα σήμεια της ζωής αυτού του ανθρώπου. Το έβλεπα σαν ένα μεμονωμένο συμβάν. Μέχρι που ερχόμενη στην ασφάλεια του σπιτιού και ανάβοντας ένα τσιγάρο, όλες οι κουκίδες ενώθηκαν και είδα την ζωή της. Την ζωή της από τα μάτια τού ντροπιασμένα αμέτοχου παρατηρητή.


Μιά ζωή μέσα σε ένα μαχαιρωμένο σώμα, με ένα μυαλό που δεν όριζε τις σκέψεις του και μία ψυχή κουρελιασμένη που απεγνωσμένα προσπαθούσε να βρει μία διέξοδο. Μία ζωή που όλα τα φάρμακα δεν βοήθησαν. Μία ζωή που ούτε και η μεγαλύτερη δύναμη σε αυτόν τον κόσμο, η άγαπη, δεν έσωσε.

Δάκρυα....

Σεραφίνα, γαλήνη ........

Ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι της φαντασίας

Οι κουρτινες, πανια ιστοφόρου φουσκωμένα από τον πρωινό αερά, έτοιμα να σαλπάρουν στη θάλασσα της νέας μέρας. Τις χάζευε και ευχόταν να μπορούσε να ταξιδέψει στο καμπυλωτό τους κενό. Με ποιον προορισμό όμως; Παρέμενε ξαπλωμένη, αφηνόντας τις σκέψεις να πάρουν την πνοή του αέρα και να αγκαλιάσουν λυτρωτικά τους γυμνούς της ώμους, ανάσα δροσερή μετά από το καμίνι των πρώτων πρωινών ώρων.

Ζεστή η βραδιά που μόλις πέρασε, ξερός ιδρώτας από τον πρώτο απευθείας χορό τους. Μέρες τώρα λικνίζονταν στους ήχους του, προσπαθούσε να τον αφουγκραστεί μέσω αυτών. Μέρες τώρα χρησιμοποιούσε τις δικές της λεκτικές νότες, σιωπηλές προσκλήσεις στον κόσμο της. Φαινόταν να ξέρει να διαβάζει τις άορατες λέξεις της, να τις μετατρέπει σε μελωδίες άλλων, δικά του, έλπίζε, γράμματα με κολλημένο γραμματόσημο την σκέψη της. Και εχτές, ενώ η πόλη κοιμόταν, οι προσκλήσεις και τα γράμματα βγήκαν από τους φακέλους τους.

Δεν ήταν νεοφερμένη σε αυτόν τον κόσμο. Χρόνια τώρα περπατούσε στα εικονικά του σοκάκια. Είχε φτάσει εδώ στην αναζήτηση αυτού του κάτι που της διέφευγε μέχρι τώρα, αυτού που αναζητούσε παντού, αυτού που ούτε η ίδια μπορούσε να προσδιορίσει αλλά ένιωθε πως είναι κάπου εκεί έξω. Γνώριζε κάλα τους δράκους των πολιτειών αυτών, τους είχε αντικρύσει κατάματα, είχε μεταμορφωθει και εκείνη δράκαινα για μερικούς. Ήξερε πως η μαγεία που πλανιόταν στους κήπους αυτούς είχε την δύναμη να σβήσει το φως ή να φωτίσει το σκοτάδι, πάντα στην κόψη ενός υπέροχα όμορφου μαχαιριού.

Ξάπλωσε σχεδόν γυμνή. Ελάχιστες φορές το είχε κάνει αυτό, αλλά δεν άντεχε τα ρούχα της, τα ένιωθε σαν να φυλάκιζαν το πνεύμα της. Θυμήθηκε σε πόσους φάνταζε σαν περίεργο κινεζικό κουτί, που δεν έβρισκε κανείς την κλειδαρότρυπα. Και εκείνος; Εκείνος δεκαετίες τώρα ασχολούνταν με την πιο μελωδική συλλογή κλειδιών. Συμπαντική γλυκιά συνομωσία για το πλήρωμα του χρόνου; Δεν ήξερε. Και άλλοι εξάλλου είχαν φτάσει στο κατώφλι του συνδυασμού και χάθηκαν. Αποκοιμήθηκε ταξιδεύοντας στις ελάχιστες σταθερές συντεταγμένες του χάους της, αυτές που εκείνος προσπαθούσε να εντοπίσει.

Ξύπνησε σαν από μέθη των ποτισμένων με τις μελωδίες του σκέψεις της. Άφεθηκε να θυμηθεί τον εαυτό της. Έπρεπε να σηκωθεί, έπρεπε να το βγάλει από μέσα της, να το καταγράψει, έλπιζοντας ή εκείνος να βρει μία ακόμα σταθερή και να την μετατρέψει σε τραγούδι ή απλώς να δει μία αχτίδα λογικής, να πιαστεί γερά από αυτή και να το ξορκίσει. Σηκώθηκε, έκανε μπάνιο, έφτιαξε τον καφέ της και πάτησε το κουμπί..